Μελέτη σοκ: Επικίνδυνα χημικά ανιχνεύτηκαν στο μητρικό γάλα στις ΗΠΑ
BPA, BPS, μελαμίνη και τρικλοζάνη βρέθηκαν σε μεγάλο ποσοστό δειγμάτων από μητέρες στο Σιάτλ των ΗΠΑ.
Νέα μελέτη που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ έφερε στο φως την παρουσία χημικών ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν το ορμονικό σύστημα σε δείγματα μητρικού γάλακτος. Οι ερευνητές εξέτασαν δείγματα από μητέρες στην περιοχή του Σιάτλ και εντόπισαν ουσίες όπως δισφαινόλη Α, δισφαινόλη S, μελαμίνη, κυανουρικό οξύ και τρικλοζάνη, οι οποίες χρησιμοποιούνται ευρέως σε πλαστικά, συσκευασίες τροφίμων και προϊόντα προσωπικής φροντίδας.
Τουλάχιστον μία ουσία στο 92% των δειγμάτων
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, περίπου το 92% των δειγμάτων περιείχε τουλάχιστον μία από τις ουσίες που αναζητούσαν οι επιστήμονες. Οι ουσίες αυτές είναι γνωστές ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Πρόκειται για χημικές ενώσεις που μπορούν να μιμηθούν ή να παρεμβαίνουν στη φυσιολογική δράση των ορμονών. Αν και η επιστημονική κοινότητα εξακολουθεί να μελετά τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους, αρκετές έρευνες έχουν συνδέσει ορισμένες από αυτές με προβλήματα στην ανάπτυξη, στη γονιμότητα και στη γενικότερη υγεία των παιδιών. Επομένως, το εύρημα προκαλεί σοβαρή ανησυχία, καθώς τα νεογνά και τα βρέφη βρίσκονται σε μια περίοδο ταχύτατης ανάπτυξης, κατά την οποία οι ορμόνες παίζουν καθοριστικό ρόλο στη σωστή λειτουργία του οργανισμού και στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, του μεταβολισμού και του αναπαραγωγικού συστήματος.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα συγκεκριμένα δείγματα είχαν εξεταστεί και στο παρελθόν, οπότε είχαν εντοπιστεί και άλλες κατηγορίες χημικών ουσιών, όπως οι PFAS, καθώς και επιβραδυντικά φλόγας. Και αυτές οι ενώσεις θεωρούνται πιθανοί ενδοκρινικοί διαταράκτες. Η ταυτόχρονη παρουσία πολλών διαφορετικών χημικών ουσιών στο ίδιο δείγμα είναι εκείνο που προβληματίζει ιδιαίτερα τους επιστήμονες.
Τα βρέφη είναι η πιο ευάλωτη ομάδα απέναντι στους ενδοκρινικούς διαταράκτες
Όπως εξηγούν οι συγγραφείς της μελέτης, τα βρέφη αποτελούν μία από τις πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Κατά τους πρώτους μήνες και τα πρώτα χρόνια της ζωής, το σώμα αναπτύσσεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς και μικρές διαταραχές σε ορμονικούς μηχανισμούς ενδέχεται να έχουν συνέπειες που θα φανούν αργότερα στη ζωή.
Ένα από τα σημαντικά στοιχεία της έρευνας είναι ότι κατέγραψε ταυτόχρονα πολλές διαφορετικές κατηγορίες χημικών ουσιών στο μητρικό γάλα. Μάλιστα, συγκαταλέγεται στις πρώτες μελέτες που εντόπισαν μελαμίνη μαζί με άλλους ενδοκρινικούς διαταράκτες σε τέτοια δείγματα.
Οι ουσίες που ανιχνεύθηκαν βρίσκονται σχεδόν παντού στην καθημερινότητα. Η τρικλοζάνη χρησιμοποιείται σε ορισμένα αντιβακτηριακά προϊόντα προσωπικής φροντίδας. Η δισφαινόλη Α και η δισφαινόλη S συναντώνται σε πλαστικά αντικείμενα, δοχεία τροφίμων και διάφορες συσκευασίες. Η μελαμίνη χρησιμοποιείται στην παραγωγή ορισμένων πλαστικών και βιομηχανικών υλικών. Η έρευνα έδειξε ότι η δισφαινόλη Α βρέθηκε στο 74% των δειγμάτων και η δισφαινόλη S στο 78%. Προηγούμενες μελέτες έχουν συνδέσει αυτές τις ουσίες με πιθανές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και την αναπαραγωγική υγεία. Η δισφαινόλη Α ειδικότερα έχει συσχετιστεί με προβλήματα στη νευρολογική ανάπτυξη, αυξημένο κίνδυνο άσθματος και παχυσαρκίας. Η δισφαινόλη S, που συχνά χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της δισφαινόλης Α , έχει επίσης συνδεθεί με επιδράσεις στην ανάπτυξη των παιδιών.
Παράλληλα, η τρικλοζάνη εντοπίστηκε στο 62% των δειγμάτων, ενώ η μελαμίνη στο εντυπωσιακό ποσοστό του 92%. Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι υπάρχουν ακόμη περιορισμένα δεδομένα για τις συνέπειες της ταυτόχρονης έκθεσης σε πολλά διαφορετικά χημικά. Ωστόσο, οι λίγες διαθέσιμες μελέτες υποδεικνύουν ότι τέτοια «κοκτέιλ» ουσιών ενδέχεται να σχετίζονται με χαμηλότερο βάρος γέννησης και μικρότερο μέγεθος σώματος στα νεογνά.
Ασφαλής ο θηλασμός, αλλά απαιτείται αυστηρότερη νομοθεσία για τα χημικά
Παρά τα ευρήματα, οι ειδικοί τονίζουν ότι ο θηλασμός εξακολουθεί να αποτελεί την καλύτερη επιλογή για τη διατροφή των βρεφών όταν είναι εφικτός. Το μητρικό γάλα προσφέρει πολύτιμα θρεπτικά συστατικά και σημαντική προστασία απέναντι σε λοιμώξεις και ασθένειες. Επιπλέον, αρκετές από τις ίδιες χημικές ουσίες έχουν εντοπιστεί και σε άλλα προϊόντα που προορίζονται για τη διατροφή των βρεφών.
Το βασικό μήνυμα της μελέτης δεν είναι ότι οι μητέρες πρέπει να αποφεύγουν τον θηλασμό, αλλά ότι η έκθεση σε τέτοιες χημικές ουσίες αποτελεί ένα ευρύτερο κοινωνικό και περιβαλλοντικό ζήτημα. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι καταναλωτές δύσκολα μπορούν να προστατευθούν πλήρως μόνο μέσω των αγοραστικών επιλογών τους, καθώς οι συγκεκριμένες ενώσεις είναι διαδεδομένες σε αμέτρητα προϊόντα της καθημερινότητας. Για τον λόγο αυτό ζητούν αυστηρότερους ελέγχους και ισχυρότερη νομοθεσία, ώστε να περιοριστεί η παρουσία δυνητικά επικίνδυνων χημικών ουσιών στο περιβάλλον και στα καταναλωτικά αγαθά.